Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Συνονθύλευμα

Περίμενα καιρό αυτή την πόλη να ανοίξει το στόμα της και να αρχίσει να μιλάει, να βγάζει κορδέλες φράσεων σε αυτή την παράξενη και γεμάτη κόμπους γλώσσα, να δώσει στα λόγια της αυτό το ιδιόμορφο χρώμα που την χαρακτηρίζει..
Η Πράγα λοιπόν, η Πράγα που μιλούσε με γκρι λέξεις, και οι λέξεις της ημέρες μου, και οι ημέρες της λέξεις μου, τα ημερολόγια μιας πόλης με γκρι ουρανό και μουσικές μέρες.
Όλα ξεκίνησαν με εκείνο το πρόσωπο στον καθρέφτη, που τόσα θύμιζε και άλλες τόσα κομματάκια ήθελε να κάνει τον καθρέφτη, και ξαφνικά το τοπίο θόλωσε από μια ζεστή ανάσα στο παγωμένο παράθυρο, και ξαφνικά η εικόνα εκείνης της άγνωστης μακριά που έκανε αυτόν να ξημερώσει και όλων αυτών των άγνωστων εδώ που κάθε μέρα πληθαίνουν της τρύπησε το μυαλό.
Σίγουρα παλεύεις κάθε βράδυ να αντικαταστήσεις το δικό της μαύρο που σε έκανε λευκό με το δικό μου γαλάζιο που μας έδωσε κοινά χρώματα, και να μη θες να με ακούσεις πρέπει, περίμενε, μη φεύγεις, όχι πριν φύγω εγώ.
Και πού θα πάω?
Εκεί που φοβόσουν ,εκεί που δεν ήθελες , γιατί μπορείς και δε θέλεις, γιατί οι σκέψεις ταξιδεύουν.
Έχοντας αλλάξει επιφανειακά, διάβολε, προσπαθούμε να κάννουμε τον εαυτό μας να πιστέψει ότι αλλάξαμε ολοκληρωτικά, τέλειωσε την πρόταση και έκλεισε με θόρυβο το βιβλίο και έβαλε και το ποτήρι από πάνω, σκεφτόμενη τον υγρό κυκλικό λεκέ στο εξώφυλλο, μαλακία έτσι κι αλλιώς το βιβλίο, χάρη του κάνω..
Και πάνω στον χαοτικό συνειρμό, να και η καίρια ερώτηση:
What does your soul look like?
και σου απαντώ 
Έχεις κοιτάξει ποτέ κάτω από το κρεβάτι σου?
Όχι το τωρινό, αλλά εκείνο που είχες παιδί.. 
Παλιά παιχνίδια,σπασμένα, ξεχασμένα, καναδυό ρούχα που δε σου άρεσαν και δήθεν τα έχασες, μια δυο μπίλιες, ένα βιβλίο ζωγραφικής με μισοτελειωμένες ζωγραφιές γιατί βγήκες από το περιθώριο, δε σου άρεσαν ποια και τις παράτησες, η σπασμένη κόκκινη κηρομπογιά και σκόνη.
Πολλή σκόνη.
Και, όταν ήσουν παιδί, εκεί κάτω κρυβόταν και το τερατάκι, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα τις νύχτες.
Κάπως έτσι μοιάζει η ψυχή μου λοιπόν, απάντησε κοιτώντας τον καθρέφτη.
Μερικές φορές φοβάμαι κιόλας να κοιτάξω.
Είσαι προβλέψιμη, απάντησε ο καθρέφτης, έχοντας πάρει τη μορφή της, γελώντας.
Επέστρεψες? Νόμιζα είχες μείνει πίσω, κάτω από το κρεβάτι,κι όμως, έχεις βολευτεί στο καινούριο μου δωμάτιο.Ξύπνα! φτάσαμε, απάντησε εκείνη, δε μπορείς χωρίς εμένα, φοβάσαι.
Δε φοβάμαι.
Φοβάσαι να με αποχωριστείς. Με έχεις συνηθίσει.
Όπως φοβάσαι να παραδεχτείς ότι ο χρόνος περνάει, ότι είσαι κι εσύ ένας μικρός λεπτοδείκτης, ότι η εποχή άλλαξε, άνοιξη μου είπαν όταν ξύπνησα, κι εσύ στη γέφυρα που ο άνθρωπος ονόμασε ''παρόν''.
Ο χρόνος περνάει και εμείς αλλάζουμε μένοντας ίδιοι, δεν καταλαβαίνουμε τι πέρασε από μπροστά μας και μας έσπρωξε στο πέρασμά του, αλλά βλέπουμε ότι ήταν απλά οι μέρες που περάσανε, που ο χρόνος λένε είναι ο καλύτερος γιατρός, περνάει και δεν τον επισκέπτεσαι, αχρείαστος να ναι..
Και τελικά, τι είναι ο χρόνος?
Υπάρχει ή τον κατασκευάζουμε?
Ζούμε μέσα σε αυτόν, ή αυτός μέσα σε εμάς?
Πώς είναι η δική σου μέρα εκεί μακριά?
Είναι οι μέρες μας ίδιες? Περνάει με τον ίδιο τρόπο ο χρόνος εκεί που είσαι εσύ?
Ή αλλάζει με την απόσταση?
Αλλάζουν άραγε τα χρώματα αυτής της πόλης με τις εποχές?


--

Being consciousness is a torment 

The more we learn is the less we get 


Every answer contains a new quest 

A quest to non existence, a journey with no end


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου