Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

επίλογος - η τελευταία σελίδα, ή αλλιώς enough

Είσαι στο χαλάκι της εξώπορτάς μου, πατάς το καλωσήρθατε με τα λασπωμένα σου παπούτσια, και ξέρω ότι φεύγοντας σε λίγο θα αφήσεις πίσω σου λεκέ ανεξίτηλο.

Ήσουν πρωτόγονος αρκετά φέτος, είχες έναν παλιομοδίτικο σουγιά στην τσέπη και μου σμίλευες την καρδιά να μου την κάνεις δώρο χειροποίητο να σε θυμάμαι.

Ήσουν άπληστος αρκετά φέτος, και μου πήρες κομμάτια από το παζλ και τα ανέβασες ψηλά ψηλά να μην τα φτάνω, 
τα ανέβασες ψηλά ψηλά, να μην τα ξαναδώ. Και έμεινε το παζλ να χάσκει με μαύρα κενά εδώ κι εκεί, ένα στον ουρανό, ένα στο σύννεφο, ένα στη σοφίτα του σπιτιού.

Ήσουν κουρδισμένος αρκετά φέτος, και με κούρδιζες κι εμένα, καμιά φορά λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε, και η ροδέλα μου γύριζε σαν τρελή, και τριγυρνούσα σαν σίφουνας χωρίς να βλέπω τη διαδρομή, και σταματούσα λαχανιασμένη και ξεκουρδισμένη μπροστά σε δυο μάτια που με κοιτούσαν σχεδόν με απορία για το πού πάω τρέχοντας, πού πάω και βιάζομαι έτσι.

Ήσουν γλυκός αρκετά φέτος, και με κοίταξες ξημερώνοντας σε ένα σπίτι με ξύλινα παντζούρια, και με φίλησες κάτω από το διάφανο ουρανό, και μου ανακάτεψες τα μαλλιά να μην έχω χωρίστρα, και ίσως οι λέξεις μου να ήταν λίγο ξεκούρδιστες, αλλά ήμουν εκεί και σε παρατηρούσα, και ποτέ άλλοτε τα σχήματά σου δεν έμοιαζαν πιο συναρπαστικά.

Ήσουν σοβαρός αρκετά φέτος, σου φέρθηκα κι εγώ με τη σοβαρότητα που σου άρμοζε, υπογράφοντας χαρτιά που πιστοποιούσαν ότι είμαι ενήλικας, και παίζοντας πειστικά το ρόλο μου σαν ενήλικας, και παρόλο που όλοι ξέρουν ότι είμαι ηθοποιός, στο τέλος δεν υποκλίθηκα.


Είμαι στην πόρτα και σε αποχαιρετώ, πατάω το κρύο πάτωμα με τις κατάλληλες στο πνεύμα των ημερών κάλτσες και ξέρω ότι φεύγοντας σε λίγο θα μου αφήσεις πολλά να σε θυμάμαι.

ομως 

Ήμουν αρκετά πρωτόγονη φέτος, είχα δυο αμήχανα χέρια και δυο μονίμως σμιγμένα φρύδια, και τα λόγια μου κόμπος και δύσκολο σταυρόλεξο.

Ήμουν αρκετά ανήσυχη φέτος, και τα μάτια μου κοκκινίζουν από την αυπνία και τη λέξη που δε θέλω να γράψω -κλάμα, τι φοβάσαι, όλοι κλαίνε-

Ήμουν αρκετά ειλικρινής φέτος, και αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο σε σένα που έρχεσαι τώρα, θα είσαι ελπίζω κι εσύ ειλικρινής μαζί μου, δεν έχουμε ξέρεις και πολύ χρόνο μαζί, πριν κλείσουμε χρόνο θα ξαναφύγεις.

Ήσουν και ήμουν και ήμασταν. 

Αλλά τώρα σε παρακαλώ, φύγε. Πρώτη φορά σου το ζητάω και είμαι ψύχραιμη.
Θέλω να σου ζητήσω μόλις φτάσεις και μπεις σπίτι να πεις στα παιδιά ότι τα σκέφτομαι και ότι επειδή χάσαμε τα κομμάτια από το παζλ δε σημαίνει ότι θα σταματήσουμε να παίζουμε.

Πες τους ότι ακόμα τους ακούμε και ους βλέπουμε και είμαστε εκεί που θα θέλανε να μας δούνε επειδή εμείς αυτό το δρόμο θέλαμε, κι ας ήταν καρτουνίστικα δύσβατος και κακοτράχαλος.
Πες τους ότι η διαδρομή ξεκίνησε και δεν είμαστε μόνοι, κι αν νομίζαμε ότι ήμασταν μόνοι, ήμασταν απλά ανήμποροι να κοιτάξουμε τριγύρω. 
Πες τους ότι δε χρειαζόμαστε το χρυσό φλουρί, τον τυχερό αριθμό, ή τα μαγικά φασόλια για να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.

Ξέρεις πάντως τι είναι το πιο περίεργο?

Ότι πρώτη φορά η αλλαγή δεν είναι περίεργη.

Και δεν είναι κάτι που συνηθίζεται.

Με έκανες να μη φοβάμαι, σε ευχαριστώ.

Με έκανες να γελάω με τα αστεία μου, σε ευχαριστώ με ερωτηματικό.

Με έκανες να κλαίω χωρίς τύψεις.

Με έκανες να φύγω και να ξαναγυρίσω και να ξαναφύγω.

Με έκανες να μη θέλω να κατέβω από τη σκηνή.

Με έκανες να σε θέλω καταχρηστικά, εγωιστικά, αχόρταγα, με όλο μου το σώμα.

Με έκανες να πατάω γερά και ταυτόχρονα χωρίς βάρος.

και για όλα αυτά, σε ευχαριστώ. κι ας ήσουν πιο σαρκαστικός από ποτέ φέτος.



Δε μπορώ να σου φερθώ με κακό τρόπο, αρκεί που σου τραβάω την πρίζα και σου κλείνω την πόρτα. 
Έτσι κι αλλιώς, ούτε ο πρώτος είσαι, ούτε ο τελευταίος.




--






Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

love is for suckers


κοίτα να δεις
τα πράγματα δεν πάνε καλά
και ο χρόνος μας τελειώνει
δεν πρόλαβα να σου πω όλα όσα ήθελα
και όσα σου είπα ήταν κατά πάσα πιθανότητα υπεκφυγές από την πραγματικότητα

Στην αρχή την χρονιάς αυτής έβαλα στόχο να μη φοβάμαι τις σκέψεις μου,και να τις αφήνω να με επηρεάζουν αντί να τις αντιμετωπίζω σαν τρίτος, αντί να βάζω τον εαυτό μου μαζί με τους άλλους, σαν να μην υπάρχω πραγματικά.

Ομολογώ ότι λίγες φορές το κατάφερα.

Καμιά φορά αναρωτήθηκα αν είμαι στ' αλήθεια απλά χαμένη μέσα σε μια εγωκεντρική φαντασίωση, με τον κόσμο γύρω μου να βρίσκει την ευτυχία μέσα σε απλές εκφράσεις και ολίγον απερίσκεπτες πράξεις.
και προσπάθησα να τις κάνω αυτές τις λίγο απερίσκεπτες πράξεις
και να περιορίσω τις μεγάλες μου γκριμάτσες
να πυκνώσω τη δράση μου και να συμπυκνώσω αυτό που είμαι 
με αποτέλεσμα να κρατάω την αναπνοή μου για μήνες.


και μετά ήρθες εσύ

με πολλές μορφές

και κάθε πρωί είχε ήλιο

δεν είναι ότι χρειαζόμουν παρηγοριά, όχι

αλλά, γαμώτο, χρειαζόμουν να ακούω αυτό που λένε όλη την ώρα στις ταινίες, αυτή την -συγχώρεσέ με- απαραίτητη φράση



όλα
θα 
πάνε
καλά
όλα 
θα 
πάνε
.
.
.
καλά, αυτό το ξέρω.


Κάπως έτσι βρίσκομαι στην αναπόφευκτη συνειδητοποίηση ότι όλα φεύγουν, όλα και όλοι φεύγουν, από τα χέρια σου, από τη ζωή σου, από το σπίτι σου , από το κρεβάτι σου, από το δωμάτιό σου, από τα μάτια σου, από το δρόμο, χάνονται πίσω από το λεωφορείο που σε προσπερνάει, και προσπαθείς να απομνημονεύσεις το πίσω μέρος του κεφαλιού τους ή τα τελευταία γράμματα στο άδειο κουτάκι, ή τον κοινό πλέον κενό χώρο.

Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου τη φανταστική συνέχεια των ιστοριών αυτών, ή τις αλλαγές που δε μπορώ πια να κάνω. Τα όνειρα αυτά είναι πολύχρωμα, και τα βλέπω όλα από μια περίεργη γωνία, από χαμηλά, σαν να είμαι σκύλος ή περίεργος καμεραμάν. 
Η εξήγησή μου σ'αυτό είναι ότι αυτά είναι τα σενάρια της ψυχής  λέξη «ψυχή» (από το ρήμα «ψύχω», δηλ. «φυσώ», «πνέω») κυριολεκτικά σημαίνει την «ψυχρή πνοή», δηλαδή την ύστατη ένδειξη της ζωής στο σώμα που γίνεται αισθητή από την αναπνοή).  
εννοώντας ότι η ψυχή μου βρίσκεται καθισμένη μέσα στο σώμα μου, εκεί ανάμεσα στην καρδιά και το στομάχι, ξαπλώνει στο διάφραγμα, και είναι υπεύθυνη για τη φωνή μου όταν είναι δυνατή και για τα όνειρά μου όταν είναι πολύχρωμα. 
Είναι αυτό το σημείο που πονάει και πάλλεται όταν φεύγεις, όταν σβήνουν τα φώτα, όταν τελειώνει το βιβλίο, όταν δε μπορώ να τραγουδήσω.
Την ψυχή  (soul O.E. sawol "spiritual and emotional part of a person, animate existence") πάντα τη φανταζόμουν σαν πυκνό ιστό αράχνης, σαν καπνό που μπορείς να τον πιάσεις, να ζει μέσα σου ενώνοντας τα όργανα με τις πολλές τις άκρες. 

Κάπως έτσι έφτασα ως εδώ.
Η ψυχή μου δεν αντέχει τις φετινές γιορτές, τουλάχιστον όχι ακόμα.
Άρχισα να φτύνω κομματάκια που μοιάζουν με μαλλί της γριάς
και αναρωτιέμαι γιατί έχω τόσες μέρες να τραγουδήσω.
Τα πρωινά σηκώνομαι και διπλώνομαι στα δύο
και συνεχίζει να έχει ήλιο
αλλά τα δάχτυλά μου παγώνουν.
Τον καφέ μου τον πίνω σκέτο
αλλά αυτή η συνεχής γεύση από μαλλί της γριάς
του δίνει μια αηδιαστική γλύκα.
Θα μπορούσα να μείνω όλη μέρα σπίτι,
αλλά τότε,
τι θα κάνω τις νύχτες?
Πού θα πάω?
Βλέπω αυτά τα όνειρα της φλούδας πραγματικότητας
και καμιά φορά εύχομαι να μην ξυπνήσω
τουλάχιστον πέντε λεπτά ακόμα,
λίγο ακόμα, 
λίγο ακόμα,
έχω λίγο χρόνο ακόμα
.
.
.
έχω λίγο χρόνο ακόμα?



--





Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

how soon is now?

προσπαθώ να σου γράψω για το πόσο μου αρέσει να κοιτάζω τη θέα από ψηλά

ειδικά στο αστικό τοπίο
από το πιο ψηλό κτίριο,
από το πιο απόμακρο πεζούλι,
από το πιο θολό τζάμι λεωφορείου στην ανηφόρα, 
από την άκρη της πόλης τη νύχτα χωρίς άλλους τριγύρω,
και να σου εξηγώ κι ας μη θες να ακούσεις το γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η θέα,
όταν είσαι τόσο κοντά, και αυτά που βλέπω και βλέπεις τόσο μακριά
είναι τόσο όμορφο παιχνίδι η απόσταση
και το στιγμιαίο αλληθώρισμα έχει πλάκα.

Το ίδιο και με τα μνημεία κάθε είδους, αυτά που σου προκαλούν δέος, αυτά που φαίνονται ακόμα και όταν το αεροπλάνο σου είναι χιλιάδες πόδια ψηλά, αυτά που ξεχωρίζουν σαν το πρόωρα ανεπτυγμένο παιδί σε μια τάξη δημοτικού αλλά λιγότερο ντροπαλά

αυτά με συναρπάζουν

όχι μόνο γιατί μπορώ να φέρνω την πόλη κοντά η μακριά μου με μοναδικό μου σημάδι αυτά,
αλλά γιατί μπορώ να σου τα δείχνω από όπου κι αν βρισκόμαστε

κι αν νιώθω μικροσκοπική όταν φτάσω δίπλα τους
θα σου ζητήσω να ανεβώ στους ώμους σου για να ψηλώσω λίγο


και αν με ανεβάσεις, είμαι σίγουρη ότι θα το ξεπεράσουμε σε ύψος

αν κουραστείς, θα σε πάρω εγώ
μη λες βλακείες, σιγά το βάρος, δικαιούσαι κι εσύ όσο κι εγώ να δεις τη θέα 

θα πάρουμε μαζί μια φωτογραφική μηχανή και θα τραβήξουμε μια φωτογραφία της θέας.
μία εσύ από τους ώμους μου το πρωί,
μία εγώ από τους ώμους σου το βράδυ.

και μετά, θα ανεβούμε στο ψηλότερο σημείο της πόλης 
και θα τις ελευθερώσουμε

εσύ τη δική μου
και εγώ τη δική σου.

κι αν το θέλεις,
θα παίζουμε έτσι κάθε φορά. κάθε φορά και με διαφορετική θέα. 

--


Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

25

Χθες βράδυ κοίταξα το ρολόι μου και ήταν 23:55.

Είχα 5 λεπτά να κάνω όλα αυτά που μου έλειπαν από τις κλισεδιάρικες λίστες με το τι να κάνεις πριν η ηλικία σου χτυπήσει ορόσημο.
Και μετά κοίταξα γύρω μου

και δεν έλειπε τίποτα.
για μια στιγμή, όλα τα κουτάκια ήταν τικαρισμένα
και όλα τα άρθρα διαβασμένα
και όλα τα κλισέ σκισμένα
και όλα τα παιχνίδια στη θέση τους 
και όλα τα βιβλία διαβασμένα
και όλα τα έργα στο χάπι εντ
και όλα τα λεφτά λουλούδια
και μέσα σε αυτή τη μισοειρωνική σκέψη 
ήρθαν τα μεσάνυχτα
και η κολοκύθα μου έγινε άμαξα
και δεν ήμουν πια μικρό κοριτσάκι,
αλλά κάτι άλλο 
όχι και τόσο μικρό
αλλά σίγουρα όχι ολοκληρωμένο.
Έβαλα στην τσέπη μου ένα τέταρτο του αιώνα
χαμογέλασα ξανά στο ρολόι 
και συνέχισα να χορεύω μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

Φτάνουμε στην ηλικία που παίρνουμε το μέρος των ενηλίκων στα παραμύθια, ή ταυτιζόμαστε περισσότερο με την ενήλικη μορφή τους, εκεί, μετά τα πρώτα δύο τρίτα του παραμυθιού, που τα τραγούδια της ενηλικίωσης τα έχουμε πλέον μάθει απέξω και έχουμε περάσει τις σκηνές με τους κακούς.
Είπαμε πολλές φορές ''ποτέ'' και ''για πάντα'' και συνειδητοποιήσαμε ότι ζούμε πράγματα αξιοσημείωτα, οπότε και τα σημειώσαμε, τα φωτογραφήσαμε, τα αναρτήσαμε.
Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να περιμένουμε, μεγαλώνουν οι αποθήκες της αναμονής.

Το τέταρτο του αιώνα είναι εδώ. 

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

black friday

Ήταν η μέρα που κάναμε μνημόσυνο στον τζάμπα που πέθανε. 


Βάλαμε όλοι στα χέρια τις πένθιμες σακούλες, γεμάτες κόλλυβα σε καλή τιμή,
κάναμε ουρές για να τον προσκυνήσουμε, να τον ξαναθυμηθούμε,
ανοίξαμε τα πορτοφόλια μας, όπου έχουμε χωμένες φωτογραφίες του να τον θυμόμαστε,
και τις δώσαμε όλες κτερίσματα στο ερμητικά κατόπιν κλειστό του φέρετρο, που, για να μη χρησιμοποιούμε πένθιμες λέξεις τώρα που έρχονται γιορτές, το ονομάσαμε χαιδευτικά ''ταμείο''.

Τσακωνόμασταν για το ποιος τον τιμά με τον καλύτερο τρόπο, και διαγωνιζόμασταν στις ουρές, παίζαμε άρση βαρών με τα κτερίσματα, πατητό με τους νέους μας φίλους, που μόνο στα μνημόσυνα κάνεις τέτοιες γνωριμίες, τραγουδούσαμε άριες και ψαλμωδίες τόσο δυνατά. που μας άκουσαν μέχρι το λιμάνι, που οι άλλοι μας φίλοι ξεφόρτωναν τα κτερίσματα με τα κιβώτια, για να μη μας λείψει τίποτα.

Ήταν μια μαγική μέρα, παρ'όλη τη θύμηση του τζάμπα να μας στοιχειώνει.
Κάποιοι, επαναστάτες θα τους έλεγε η γιαγιά μου, και ο μπαμπάς μου επιτήδειους, αποφάσισαν να κάνουν φόρο τιμής στον τζάμπα με άλλο τρόπο. 
Πήραν όσα κτερίσματα ήθελαν, και τα κάνανε λάβαρα στο δρόμο.
Χρωματιστά, δερμάτινα, με κορδόνια, λάστιχα ή χωρίς, μάλλινα, κοντομάνικα, όλα μια χρωματιστή σημαία αφιερωμένη στη μέρα που ο τζάμπας έφυγε από τούτο τον ακριβό κόσμο.

Το ρέκβιεμ του τζάμπα τελείωσε μόλις ήρθε το αναπόφευκτο κλείσιμο του ναού, με τα κόλλυβα και τα κτερίσματα να ξεχειλίζουν από τα κοκκινισμένα μας χέρια, και τα μάτια μας αχόρταγα να κοιτάνε μέσα από τα βιτρώ της εκκλησίας, αναμένοντας τη μέρα που θα ξαναγίνει τέτοια μεγάλη -πλην μακάβρια- γιορτή.

Απλώσαμε το χέρι και πιάσαμε το σκοινί που θα μας οδηγούσε σπίτι, πολλά χέρια, ένα σκοινί, ή μήπως πρώιμη χριστουγεννιάτικη γιρλάντα?

Ο απόηχος των ψαλμωδιών για την τιμή και τη μνήμη του τζάμπα είχε τώρα μπλεχτεί με τους ήχους της πόλης, και τα πρώτα δειλά χριστουγεννιάτικα φώτα αδίπλα στα βιτρώ του ναού,

Σε κάθε όροφο του ναού και μια ιερή εικόνα του τζάμπα - μια χρυσή, μια ασημένια, και μια από χαρτοπολτό, χρωματιστή.

Ξεχασμένα κόλλυβα σκορπισμένα στο πάτωμα, ενθουσιωδώς πατημένα από παιδάκια που δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν το θείο τζάμπα και τους έφερε η μαμά στο ναό να δουν τις εικόνες με το καινούριο τους μπουφάν για το χειμώνα.

Κλειδώνοντας το ναό για να ξεκουραστούν τα πνεύματα, είδαμε τα λάβαρα της γιορτής κρεμασμένα στο δρόμο. Ήταν δεμένα σαν παλιομοδίτικο σκοινί διαφυγής από σεντόνια και είχαν μαυρισμένα αποτυπώματα χεριών πάνω τους, περίεργο.

Λες ο τζάμπας να μας στέλνει σήμα?

Λες να ξαναέρθει νωρίτερα από όσο νομίζουμε?






Ανυπομονώ.


--


Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

απονεύρωση


Είναι  κι αυτή η ψυχραιμία που με ταράζει.
Δεν την έχω συνηθίσει.
Έρχεται εκεί που δεν το περιμένω και με βγάζει εκτός εαυτού.

--

Έβγαλε κρύο και τα είχα αφήσει όλα ανοιχτά.
Ο χειμώνας παραβίασε την πόρτα μου και μπήκε και μου τα έκανε καλοκαιρινά,
μία ώρα μου πήρε να καθαρίσω,
όμως την κέρδισα.

--

Δεν έχω όρεξη για χειμαρρώδεις εξομολογήσεις, 
ούτε για φιλοσοφημένες σκέψεις.

Το μυαλό μου λειτουργεί μόνο με καρέ - 

ή που είναι τετρακίνητο

ή που θα το ρίξω στα χαρτιά 
  (καλά, μιλάμε, ξεραθήκαμε στα γέλια, μπράβο)


--


είπα να μην αφήσω και τον οκτώβρη να πάει άγραφτος



Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

honey

Η τελευταία ανάρτηση του καλοκαιριού, σε μια πόλη που υγραίνεται όλο και περισσότερο, καυλωμένα περιμένοντας το φθινόπωρο.
Η τελευταία ανάρτηση σε μια πόλη χωρίς αστέρια, σε μια πόλη που ξέρει τι σημαίνει πραγματικότητα, αλλά πολλοί περιμένουν ακόμα το λεωφορείο των ιπποτών (που άλλαξε δρομολόγιο λόγω έργων μετρό). 
Η πόλη της τελευταίας ανάρτησης διάφορων, και έχω βγει ήδη εκτός θέματος, και σπάνια μιλάω σε πρώτο πρόσωπο εδώ μέσα, το'χω σε γρουσουζιά το ανφάς (αν δε φας πάλι, θα πεινάς).
Μέσα σε όλα και ένεκα τα αποχαιρετίσματα του καλοκαιριού με το καθιερωμένο τριακοστό δεύτερο γεια μας στις τριανταμία αυγούστου μεσοβδόμαδα, μνημονεύω το καλοκαίρι, που η πραγματικότητά του είναι τόσο φευγαλέα, όσο και βιαστική.

Η βιαστική, λοιπόν, θεώρηση της πραγματικότητας. Η αλαφιασμένη περπατησιά ανάμεσα στο πλήθος που - όλως τυχαίως - κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση μ'εσένα, κάνοντάς σε άθελά σου να πιστεύεις ότι ότι πας λάθος, ότι κινείσαι λάθος, ότι δεν το πας καλά το πράγμα. 

Θεωρώντας βιαστικά κάτι πραγματικό, το βάζουμε γρήγορα μέσα στη ζωή μας και αυτό, το καημένο, ακόμα είναι ξένο. Δε σε ξέρει ακόμα, δεν κοιταχτήκατε κατάματα σε αντικριστές θέσεις στο τραπέζι. 

Πλάκα έχω.
Γράφω και σβήνω (και το ξεκίνησα σε χαρτί, οπότε καταλαβαίνεις μουντζούρα), για να μην παραπλανηθεί από τα λεγόμενά μου ο αναγνώστης.
Γράφω και σβήνω για τη βιαστική θεώρηση της πραγματικότητας και οι λέξεις που σβήστηκαν ήταν όντως αυτές που πρόωρα τι θεώρησα πραγματικές..
Μουντζουρώνω και αυτό είναι ανειλικρινές προς εμένα και εσένα, μουντζουρώνω ή πατάω το βολικό backspace, καλύπτοντας τις ακυρωμένες λέξεις και φράσεις με μυαλό, τις κάνω απόρρητες.
Εσύ δεν ξέρεις τι έλεγε πριν,
εγώ όμως ξέρω. 
Σου πήρα δώρο, και στο ταμπελάκι έσβησα την τιμή.

31.08 - καμία και σήμερα, έλεγε το ταμπελάκι, στο λέω μήπως και θες να το αλλάξεις - αύριο τελειώνουν και οι εκπτώσεις, τρέξε να προλάβεις ανοιχτά τα μαγαζιά
και πρόσεχε στο δρόμο, η πραγματικότητα βιάζεται να χωθεί στις μπροστινές σου τσέπες και να ξεπροβάλει από τις κωλότσεπες,
τα περαστικά κεφάλαια βιαστικής θεώρησης αναλύθηκαν και περιμένουν την εξεταστική του σεπτεμβρίου για να δούμε αν εμπεδώθηκαν,
ο κολιός φαγώθηκε και το ψαροκόκαλο έκατσε στο λαιμό του γάτου μου
και η ψυχή φτάνει σιγά σιγά στο σημείο βρασμού  
(Σ.Ζ.Ψ. = 109 βαθμοί)


[κάθε χρόνο φρικάρω τη μέρα που αλλάζουν οι εποχές, ειδικά από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο. με πιάνει μια αλλόκοτη ποιητική διάθεση και δεν ξέρω τι να πρωτοπώ, γιατί στο καλοκαίρι ταιριάζουν όλα, σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας. 
τρέχω λοιπόν προς τη θάλασσα και βγάζω το σκασμό. ]




P.S. :  I told you I wanted you and you answered : ''I have expired''.
My answer was : ''Darling, you will never expire, you're like honey'' ...


Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

μεταξύ άλλων

Παίξαμε κρυφτό.
Κρύφτηκες - ξέρεις να παίζεις
κι εγώ μέτρησα ως το εκατό -χωρίς κλεψιές- και βγήκα.
παραμέρισα το διάφανο πλέγμα από τα μάτια μου και 
Άρχισα να σε ψάχνω.
Σε έψαξα, αναζήτησα όλα σου τα σχήματα.
Σε αναζήτησα, φωνάζοντας το όνομά σου και όλα τα παρατσούκλια που σ'άρεσαν και δε σ'άρεσαν, ποντάροντας κυρίως σε αυτά που δε σ'άρεσαν κι ελπίζοντας ότι θα βγεις από την κρυψώνα σου για να μη σε ρεζιλέψω άλλο.

Αλλά εσύ πουθενά.

Γύρισα στην αφετηρία μας κι άρχισα να φέρνω σβούρες, μετρώντας ως το εκατό κι ανάποδα,
ως το εκατό
κι ανάποδα
ξανά στο μηδέν
ελπίζοντας να φέρω τα δευτερόλεπτα ξανά πίσω,
πίσω
πριν μου κρυφτείς.

Και τότε σε είδα
Εμφανίστηκες με πονηρό βλέμμα χαμογελώντας
Έτρεξα και τα'φτυσα πριν προλάβεις εσύ.

Φτου σου
Φτου σου που μου κρύφτηκες
Φτου σου που δεν ξέρεις να γυρνάς το χρόνο πίσω.
Φτου μου
Φτου μου που δεν ξέρω να ψάχνω
που δεν ξέρω να μετράω το χρόνο


Φτου και βγαίνω
και δεν ξαναμπαίνω.











Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

τα θαύματα στη χώρα της Αλίκης / we're all mad here

καλημερίζω από το στάδιο των απόντων που ψάχνουν πόντους
στον πίνακα ανακοινώσεων πάνω από τα κεφάλια μας γράφει με μεγάλα γράμματα

''Η ΠΛΗΓΗ, ΠΛΗΓΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ''

''Κάλλιο γαιδουρόδενε, γιατί θα σου φύγει το γαιδούρι και θα το ψάχνεις''

''Amber Alert - Where is my mind?''

''Ψηφίστε Χλιαρή Κλίντον - Ψηφίστε Ντόναλντ Ντακ - Διασκέδαση εγγυημένη σε άψογα σύγχρονα αμερικάνικα''

είναι περίεργα εδώ μέσα, αλλά παράξενα οικεία.

Αλλάζω μέγεθος κατά βούληση και χωράω σε παντός τύπου ρωγμές και κενά,
Αλλάζω κατά βούληση τη φωνή μου και γίνομαι μικρός και βροντόφωνος, γίνομαι ένα κομμάτι γυαλί που σπάει από την ένταση της φωνής, γίνομαι το μυαλό που ψάχνω, γίνομαι πληγή και δεν έχω τίποτα.

Χάνω το μυαλό και ψάχνω το σώμα.
Χύνω το μυαλό πάνω στο σώμα και το σώμα μου φωνάζει ''όχι'', αλλά το μυαλό, μυαλό δεν έχει, έχει γίνει πληγή.

Δεν τολμάω να βγω από το στάδιο , γιατί είναι περικυκλωμένο οπλισμένα συναισθήματα.

Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό δεν ξέρω πού να πάω.
Ξέρω μόνο ότι θέλω να φύγω.
Δεν ξέρω για πού θέλω να φύγω και αυτό με μαγκώνει πιο πολύ από όλα.
Θέλω κίνηση, θέλω την κίνηση, τη μετακίνηση, την ανακίνηση.
Αλλά όχι άλλα λόγια.

Σου το είπα και εκείνο το βράδυ. Το μυαλό κουράζεται περιμένοντας το σώμα.
Το μυαλό χύνεται και κρυσταλλώνει το σώμα.
Το υπερδραστήριο μυαλό παραλύει το ενεργό σώμα.

και μετά..τρέξε. 








Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

να χάσω το δρόμο

και να αναγκαστώ να πάω από τα στενά και τα λοφάκια και τις μπάρες των έργων κατασκευής?
ή να απορροφηθώ σε κάποια άλλη ασχολία την ώρα του ταξιδιού
και να μην καταλάβω πότε έφτασα?

έτσι κι αλλιώς, ο προορισμός είναι στο απλωμένο χέρι

τελευταία φορά που πάω από τον καλό δρόμο, εκείνον με τις εξόδους και τα διόδια.
με προσπερνάνε όλη την ώρα
και δεν έχω καιρό για συναισθηματικές ευθείες








κι ας είναι ψέματα, κι ας μην τα ζήσω και ας ειίαι ψέματα, θα προσπαθήσω

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

common people

έτσι όπως ζούμε
πεπερασμένοι, τετελεσμένοι, ευτυχώς καταραμένοι και ανελέητα μη-ρομαντικοί
ονειρευόμενοι μια ουτοπία, που για να αποκτηθεί πρέπει αναγκαστικά να περάσουμε από τη δυστοπία,
πού καιρός για να μετρήσουμε τις αποστάσεις μεταξύ μας, 
πού καιρός να πούμε τα ουσιαστικά και να αφήσουμε τα ρήματα.

έτσι όπως ζούμε,
ένα βράδυ μόνοι στο σπίτι από επιλογή μας γεμίζει απολαυστικές τύψεις
ένα βράδυ μαζί στο σπίτι μας γεμίζει άτυπη απόλαυση

ζούμε έτσι, όπως
θα θέλαμε να μας βλέπουν αυτοί που τους νοιαζόμαστε
θα θέλαμε να νοιάζονται αυτοί που μας βλέπουν

ζούμε έτσι, όπως
πιστεύουμε ότι μας ταιριάζει στο γεωγραφικό πλάτος στο οποίο έτυχε να βρισκόμαστε
πιστεύουμε ότι το γεωγραφικό και πολιτικό μας πλάτος ταιριάζει στο χάρτη


κάπως έτσι ζούμε, καλύπτοντας τα μάτια όταν είναι να δρασκελίσουμε το κενό μεταξύ πόρτας και κρεβατιού
μεταξύ ματιών και αγκαλιάς
μεταξύ πεζοδρομίου και λεωφορείου
μεταξύ ουτοπίας και δυστοπίας
μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας
μεταξύ σκηνής και αληθινής γης.
(με ταξί γυρίζω σπίτι, είναι πια αργά)

ζούμε τόσο συνδυαστικά, όσο και επαγωγικά.


μα πώς ζούμε έτσι? πάρε ανάσα, έχεις γίνει μπλε.
θα πάθεις τίποτα....