Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

honey

Η τελευταία ανάρτηση του καλοκαιριού, σε μια πόλη που υγραίνεται όλο και περισσότερο, καυλωμένα περιμένοντας το φθινόπωρο.
Η τελευταία ανάρτηση σε μια πόλη χωρίς αστέρια, σε μια πόλη που ξέρει τι σημαίνει πραγματικότητα, αλλά πολλοί περιμένουν ακόμα το λεωφορείο των ιπποτών (που άλλαξε δρομολόγιο λόγω έργων μετρό). 
Η πόλη της τελευταίας ανάρτησης διάφορων, και έχω βγει ήδη εκτός θέματος, και σπάνια μιλάω σε πρώτο πρόσωπο εδώ μέσα, το'χω σε γρουσουζιά το ανφάς (αν δε φας πάλι, θα πεινάς).
Μέσα σε όλα και ένεκα τα αποχαιρετίσματα του καλοκαιριού με το καθιερωμένο τριακοστό δεύτερο γεια μας στις τριανταμία αυγούστου μεσοβδόμαδα, μνημονεύω το καλοκαίρι, που η πραγματικότητά του είναι τόσο φευγαλέα, όσο και βιαστική.

Η βιαστική, λοιπόν, θεώρηση της πραγματικότητας. Η αλαφιασμένη περπατησιά ανάμεσα στο πλήθος που - όλως τυχαίως - κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση μ'εσένα, κάνοντάς σε άθελά σου να πιστεύεις ότι ότι πας λάθος, ότι κινείσαι λάθος, ότι δεν το πας καλά το πράγμα. 

Θεωρώντας βιαστικά κάτι πραγματικό, το βάζουμε γρήγορα μέσα στη ζωή μας και αυτό, το καημένο, ακόμα είναι ξένο. Δε σε ξέρει ακόμα, δεν κοιταχτήκατε κατάματα σε αντικριστές θέσεις στο τραπέζι. 

Πλάκα έχω.
Γράφω και σβήνω (και το ξεκίνησα σε χαρτί, οπότε καταλαβαίνεις μουντζούρα), για να μην παραπλανηθεί από τα λεγόμενά μου ο αναγνώστης.
Γράφω και σβήνω για τη βιαστική θεώρηση της πραγματικότητας και οι λέξεις που σβήστηκαν ήταν όντως αυτές που πρόωρα τι θεώρησα πραγματικές..
Μουντζουρώνω και αυτό είναι ανειλικρινές προς εμένα και εσένα, μουντζουρώνω ή πατάω το βολικό backspace, καλύπτοντας τις ακυρωμένες λέξεις και φράσεις με μυαλό, τις κάνω απόρρητες.
Εσύ δεν ξέρεις τι έλεγε πριν,
εγώ όμως ξέρω. 
Σου πήρα δώρο, και στο ταμπελάκι έσβησα την τιμή.

31.08 - καμία και σήμερα, έλεγε το ταμπελάκι, στο λέω μήπως και θες να το αλλάξεις - αύριο τελειώνουν και οι εκπτώσεις, τρέξε να προλάβεις ανοιχτά τα μαγαζιά
και πρόσεχε στο δρόμο, η πραγματικότητα βιάζεται να χωθεί στις μπροστινές σου τσέπες και να ξεπροβάλει από τις κωλότσεπες,
τα περαστικά κεφάλαια βιαστικής θεώρησης αναλύθηκαν και περιμένουν την εξεταστική του σεπτεμβρίου για να δούμε αν εμπεδώθηκαν,
ο κολιός φαγώθηκε και το ψαροκόκαλο έκατσε στο λαιμό του γάτου μου
και η ψυχή φτάνει σιγά σιγά στο σημείο βρασμού  
(Σ.Ζ.Ψ. = 109 βαθμοί)


[κάθε χρόνο φρικάρω τη μέρα που αλλάζουν οι εποχές, ειδικά από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο. με πιάνει μια αλλόκοτη ποιητική διάθεση και δεν ξέρω τι να πρωτοπώ, γιατί στο καλοκαίρι ταιριάζουν όλα, σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας. 
τρέχω λοιπόν προς τη θάλασσα και βγάζω το σκασμό. ]




P.S. :  I told you I wanted you and you answered : ''I have expired''.
My answer was : ''Darling, you will never expire, you're like honey'' ...


Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

μεταξύ άλλων

Παίξαμε κρυφτό.
Κρύφτηκες - ξέρεις να παίζεις
κι εγώ μέτρησα ως το εκατό -χωρίς κλεψιές- και βγήκα.
παραμέρισα το διάφανο πλέγμα από τα μάτια μου και 
Άρχισα να σε ψάχνω.
Σε έψαξα, αναζήτησα όλα σου τα σχήματα.
Σε αναζήτησα, φωνάζοντας το όνομά σου και όλα τα παρατσούκλια που σ'άρεσαν και δε σ'άρεσαν, ποντάροντας κυρίως σε αυτά που δε σ'άρεσαν κι ελπίζοντας ότι θα βγεις από την κρυψώνα σου για να μη σε ρεζιλέψω άλλο.

Αλλά εσύ πουθενά.

Γύρισα στην αφετηρία μας κι άρχισα να φέρνω σβούρες, μετρώντας ως το εκατό κι ανάποδα,
ως το εκατό
κι ανάποδα
ξανά στο μηδέν
ελπίζοντας να φέρω τα δευτερόλεπτα ξανά πίσω,
πίσω
πριν μου κρυφτείς.

Και τότε σε είδα
Εμφανίστηκες με πονηρό βλέμμα χαμογελώντας
Έτρεξα και τα'φτυσα πριν προλάβεις εσύ.

Φτου σου
Φτου σου που μου κρύφτηκες
Φτου σου που δεν ξέρεις να γυρνάς το χρόνο πίσω.
Φτου μου
Φτου μου που δεν ξέρω να ψάχνω
που δεν ξέρω να μετράω το χρόνο


Φτου και βγαίνω
και δεν ξαναμπαίνω.