Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

25

Χθες βράδυ κοίταξα το ρολόι μου και ήταν 23:55.

Είχα 5 λεπτά να κάνω όλα αυτά που μου έλειπαν από τις κλισεδιάρικες λίστες με το τι να κάνεις πριν η ηλικία σου χτυπήσει ορόσημο.
Και μετά κοίταξα γύρω μου

και δεν έλειπε τίποτα.
για μια στιγμή, όλα τα κουτάκια ήταν τικαρισμένα
και όλα τα άρθρα διαβασμένα
και όλα τα κλισέ σκισμένα
και όλα τα παιχνίδια στη θέση τους 
και όλα τα βιβλία διαβασμένα
και όλα τα έργα στο χάπι εντ
και όλα τα λεφτά λουλούδια
και μέσα σε αυτή τη μισοειρωνική σκέψη 
ήρθαν τα μεσάνυχτα
και η κολοκύθα μου έγινε άμαξα
και δεν ήμουν πια μικρό κοριτσάκι,
αλλά κάτι άλλο 
όχι και τόσο μικρό
αλλά σίγουρα όχι ολοκληρωμένο.
Έβαλα στην τσέπη μου ένα τέταρτο του αιώνα
χαμογέλασα ξανά στο ρολόι 
και συνέχισα να χορεύω μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

Φτάνουμε στην ηλικία που παίρνουμε το μέρος των ενηλίκων στα παραμύθια, ή ταυτιζόμαστε περισσότερο με την ενήλικη μορφή τους, εκεί, μετά τα πρώτα δύο τρίτα του παραμυθιού, που τα τραγούδια της ενηλικίωσης τα έχουμε πλέον μάθει απέξω και έχουμε περάσει τις σκηνές με τους κακούς.
Είπαμε πολλές φορές ''ποτέ'' και ''για πάντα'' και συνειδητοποιήσαμε ότι ζούμε πράγματα αξιοσημείωτα, οπότε και τα σημειώσαμε, τα φωτογραφήσαμε, τα αναρτήσαμε.
Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να περιμένουμε, μεγαλώνουν οι αποθήκες της αναμονής.

Το τέταρτο του αιώνα είναι εδώ. 

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

black friday

Ήταν η μέρα που κάναμε μνημόσυνο στον τζάμπα που πέθανε. 


Βάλαμε όλοι στα χέρια τις πένθιμες σακούλες, γεμάτες κόλλυβα σε καλή τιμή,
κάναμε ουρές για να τον προσκυνήσουμε, να τον ξαναθυμηθούμε,
ανοίξαμε τα πορτοφόλια μας, όπου έχουμε χωμένες φωτογραφίες του να τον θυμόμαστε,
και τις δώσαμε όλες κτερίσματα στο ερμητικά κατόπιν κλειστό του φέρετρο, που, για να μη χρησιμοποιούμε πένθιμες λέξεις τώρα που έρχονται γιορτές, το ονομάσαμε χαιδευτικά ''ταμείο''.

Τσακωνόμασταν για το ποιος τον τιμά με τον καλύτερο τρόπο, και διαγωνιζόμασταν στις ουρές, παίζαμε άρση βαρών με τα κτερίσματα, πατητό με τους νέους μας φίλους, που μόνο στα μνημόσυνα κάνεις τέτοιες γνωριμίες, τραγουδούσαμε άριες και ψαλμωδίες τόσο δυνατά. που μας άκουσαν μέχρι το λιμάνι, που οι άλλοι μας φίλοι ξεφόρτωναν τα κτερίσματα με τα κιβώτια, για να μη μας λείψει τίποτα.

Ήταν μια μαγική μέρα, παρ'όλη τη θύμηση του τζάμπα να μας στοιχειώνει.
Κάποιοι, επαναστάτες θα τους έλεγε η γιαγιά μου, και ο μπαμπάς μου επιτήδειους, αποφάσισαν να κάνουν φόρο τιμής στον τζάμπα με άλλο τρόπο. 
Πήραν όσα κτερίσματα ήθελαν, και τα κάνανε λάβαρα στο δρόμο.
Χρωματιστά, δερμάτινα, με κορδόνια, λάστιχα ή χωρίς, μάλλινα, κοντομάνικα, όλα μια χρωματιστή σημαία αφιερωμένη στη μέρα που ο τζάμπας έφυγε από τούτο τον ακριβό κόσμο.

Το ρέκβιεμ του τζάμπα τελείωσε μόλις ήρθε το αναπόφευκτο κλείσιμο του ναού, με τα κόλλυβα και τα κτερίσματα να ξεχειλίζουν από τα κοκκινισμένα μας χέρια, και τα μάτια μας αχόρταγα να κοιτάνε μέσα από τα βιτρώ της εκκλησίας, αναμένοντας τη μέρα που θα ξαναγίνει τέτοια μεγάλη -πλην μακάβρια- γιορτή.

Απλώσαμε το χέρι και πιάσαμε το σκοινί που θα μας οδηγούσε σπίτι, πολλά χέρια, ένα σκοινί, ή μήπως πρώιμη χριστουγεννιάτικη γιρλάντα?

Ο απόηχος των ψαλμωδιών για την τιμή και τη μνήμη του τζάμπα είχε τώρα μπλεχτεί με τους ήχους της πόλης, και τα πρώτα δειλά χριστουγεννιάτικα φώτα αδίπλα στα βιτρώ του ναού,

Σε κάθε όροφο του ναού και μια ιερή εικόνα του τζάμπα - μια χρυσή, μια ασημένια, και μια από χαρτοπολτό, χρωματιστή.

Ξεχασμένα κόλλυβα σκορπισμένα στο πάτωμα, ενθουσιωδώς πατημένα από παιδάκια που δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν το θείο τζάμπα και τους έφερε η μαμά στο ναό να δουν τις εικόνες με το καινούριο τους μπουφάν για το χειμώνα.

Κλειδώνοντας το ναό για να ξεκουραστούν τα πνεύματα, είδαμε τα λάβαρα της γιορτής κρεμασμένα στο δρόμο. Ήταν δεμένα σαν παλιομοδίτικο σκοινί διαφυγής από σεντόνια και είχαν μαυρισμένα αποτυπώματα χεριών πάνω τους, περίεργο.

Λες ο τζάμπας να μας στέλνει σήμα?

Λες να ξαναέρθει νωρίτερα από όσο νομίζουμε?






Ανυπομονώ.


--