Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

επίλογος - η τελευταία σελίδα, ή αλλιώς enough

Είσαι στο χαλάκι της εξώπορτάς μου, πατάς το καλωσήρθατε με τα λασπωμένα σου παπούτσια, και ξέρω ότι φεύγοντας σε λίγο θα αφήσεις πίσω σου λεκέ ανεξίτηλο.

Ήσουν πρωτόγονος αρκετά φέτος, είχες έναν παλιομοδίτικο σουγιά στην τσέπη και μου σμίλευες την καρδιά να μου την κάνεις δώρο χειροποίητο να σε θυμάμαι.

Ήσουν άπληστος αρκετά φέτος, και μου πήρες κομμάτια από το παζλ και τα ανέβασες ψηλά ψηλά να μην τα φτάνω, 
τα ανέβασες ψηλά ψηλά, να μην τα ξαναδώ. Και έμεινε το παζλ να χάσκει με μαύρα κενά εδώ κι εκεί, ένα στον ουρανό, ένα στο σύννεφο, ένα στη σοφίτα του σπιτιού.

Ήσουν κουρδισμένος αρκετά φέτος, και με κούρδιζες κι εμένα, καμιά φορά λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε, και η ροδέλα μου γύριζε σαν τρελή, και τριγυρνούσα σαν σίφουνας χωρίς να βλέπω τη διαδρομή, και σταματούσα λαχανιασμένη και ξεκουρδισμένη μπροστά σε δυο μάτια που με κοιτούσαν σχεδόν με απορία για το πού πάω τρέχοντας, πού πάω και βιάζομαι έτσι.

Ήσουν γλυκός αρκετά φέτος, και με κοίταξες ξημερώνοντας σε ένα σπίτι με ξύλινα παντζούρια, και με φίλησες κάτω από το διάφανο ουρανό, και μου ανακάτεψες τα μαλλιά να μην έχω χωρίστρα, και ίσως οι λέξεις μου να ήταν λίγο ξεκούρδιστες, αλλά ήμουν εκεί και σε παρατηρούσα, και ποτέ άλλοτε τα σχήματά σου δεν έμοιαζαν πιο συναρπαστικά.

Ήσουν σοβαρός αρκετά φέτος, σου φέρθηκα κι εγώ με τη σοβαρότητα που σου άρμοζε, υπογράφοντας χαρτιά που πιστοποιούσαν ότι είμαι ενήλικας, και παίζοντας πειστικά το ρόλο μου σαν ενήλικας, και παρόλο που όλοι ξέρουν ότι είμαι ηθοποιός, στο τέλος δεν υποκλίθηκα.


Είμαι στην πόρτα και σε αποχαιρετώ, πατάω το κρύο πάτωμα με τις κατάλληλες στο πνεύμα των ημερών κάλτσες και ξέρω ότι φεύγοντας σε λίγο θα μου αφήσεις πολλά να σε θυμάμαι.

ομως 

Ήμουν αρκετά πρωτόγονη φέτος, είχα δυο αμήχανα χέρια και δυο μονίμως σμιγμένα φρύδια, και τα λόγια μου κόμπος και δύσκολο σταυρόλεξο.

Ήμουν αρκετά ανήσυχη φέτος, και τα μάτια μου κοκκινίζουν από την αυπνία και τη λέξη που δε θέλω να γράψω -κλάμα, τι φοβάσαι, όλοι κλαίνε-

Ήμουν αρκετά ειλικρινής φέτος, και αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο σε σένα που έρχεσαι τώρα, θα είσαι ελπίζω κι εσύ ειλικρινής μαζί μου, δεν έχουμε ξέρεις και πολύ χρόνο μαζί, πριν κλείσουμε χρόνο θα ξαναφύγεις.

Ήσουν και ήμουν και ήμασταν. 

Αλλά τώρα σε παρακαλώ, φύγε. Πρώτη φορά σου το ζητάω και είμαι ψύχραιμη.
Θέλω να σου ζητήσω μόλις φτάσεις και μπεις σπίτι να πεις στα παιδιά ότι τα σκέφτομαι και ότι επειδή χάσαμε τα κομμάτια από το παζλ δε σημαίνει ότι θα σταματήσουμε να παίζουμε.

Πες τους ότι ακόμα τους ακούμε και ους βλέπουμε και είμαστε εκεί που θα θέλανε να μας δούνε επειδή εμείς αυτό το δρόμο θέλαμε, κι ας ήταν καρτουνίστικα δύσβατος και κακοτράχαλος.
Πες τους ότι η διαδρομή ξεκίνησε και δεν είμαστε μόνοι, κι αν νομίζαμε ότι ήμασταν μόνοι, ήμασταν απλά ανήμποροι να κοιτάξουμε τριγύρω. 
Πες τους ότι δε χρειαζόμαστε το χρυσό φλουρί, τον τυχερό αριθμό, ή τα μαγικά φασόλια για να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.

Ξέρεις πάντως τι είναι το πιο περίεργο?

Ότι πρώτη φορά η αλλαγή δεν είναι περίεργη.

Και δεν είναι κάτι που συνηθίζεται.

Με έκανες να μη φοβάμαι, σε ευχαριστώ.

Με έκανες να γελάω με τα αστεία μου, σε ευχαριστώ με ερωτηματικό.

Με έκανες να κλαίω χωρίς τύψεις.

Με έκανες να φύγω και να ξαναγυρίσω και να ξαναφύγω.

Με έκανες να μη θέλω να κατέβω από τη σκηνή.

Με έκανες να σε θέλω καταχρηστικά, εγωιστικά, αχόρταγα, με όλο μου το σώμα.

Με έκανες να πατάω γερά και ταυτόχρονα χωρίς βάρος.

και για όλα αυτά, σε ευχαριστώ. κι ας ήσουν πιο σαρκαστικός από ποτέ φέτος.



Δε μπορώ να σου φερθώ με κακό τρόπο, αρκεί που σου τραβάω την πρίζα και σου κλείνω την πόρτα. 
Έτσι κι αλλιώς, ούτε ο πρώτος είσαι, ούτε ο τελευταίος.




--






Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

love is for suckers


κοίτα να δεις
τα πράγματα δεν πάνε καλά
και ο χρόνος μας τελειώνει
δεν πρόλαβα να σου πω όλα όσα ήθελα
και όσα σου είπα ήταν κατά πάσα πιθανότητα υπεκφυγές από την πραγματικότητα

Στην αρχή την χρονιάς αυτής έβαλα στόχο να μη φοβάμαι τις σκέψεις μου,και να τις αφήνω να με επηρεάζουν αντί να τις αντιμετωπίζω σαν τρίτος, αντί να βάζω τον εαυτό μου μαζί με τους άλλους, σαν να μην υπάρχω πραγματικά.

Ομολογώ ότι λίγες φορές το κατάφερα.

Καμιά φορά αναρωτήθηκα αν είμαι στ' αλήθεια απλά χαμένη μέσα σε μια εγωκεντρική φαντασίωση, με τον κόσμο γύρω μου να βρίσκει την ευτυχία μέσα σε απλές εκφράσεις και ολίγον απερίσκεπτες πράξεις.
και προσπάθησα να τις κάνω αυτές τις λίγο απερίσκεπτες πράξεις
και να περιορίσω τις μεγάλες μου γκριμάτσες
να πυκνώσω τη δράση μου και να συμπυκνώσω αυτό που είμαι 
με αποτέλεσμα να κρατάω την αναπνοή μου για μήνες.


και μετά ήρθες εσύ

με πολλές μορφές

και κάθε πρωί είχε ήλιο

δεν είναι ότι χρειαζόμουν παρηγοριά, όχι

αλλά, γαμώτο, χρειαζόμουν να ακούω αυτό που λένε όλη την ώρα στις ταινίες, αυτή την -συγχώρεσέ με- απαραίτητη φράση



όλα
θα 
πάνε
καλά
όλα 
θα 
πάνε
.
.
.
καλά, αυτό το ξέρω.


Κάπως έτσι βρίσκομαι στην αναπόφευκτη συνειδητοποίηση ότι όλα φεύγουν, όλα και όλοι φεύγουν, από τα χέρια σου, από τη ζωή σου, από το σπίτι σου , από το κρεβάτι σου, από το δωμάτιό σου, από τα μάτια σου, από το δρόμο, χάνονται πίσω από το λεωφορείο που σε προσπερνάει, και προσπαθείς να απομνημονεύσεις το πίσω μέρος του κεφαλιού τους ή τα τελευταία γράμματα στο άδειο κουτάκι, ή τον κοινό πλέον κενό χώρο.

Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου τη φανταστική συνέχεια των ιστοριών αυτών, ή τις αλλαγές που δε μπορώ πια να κάνω. Τα όνειρα αυτά είναι πολύχρωμα, και τα βλέπω όλα από μια περίεργη γωνία, από χαμηλά, σαν να είμαι σκύλος ή περίεργος καμεραμάν. 
Η εξήγησή μου σ'αυτό είναι ότι αυτά είναι τα σενάρια της ψυχής  λέξη «ψυχή» (από το ρήμα «ψύχω», δηλ. «φυσώ», «πνέω») κυριολεκτικά σημαίνει την «ψυχρή πνοή», δηλαδή την ύστατη ένδειξη της ζωής στο σώμα που γίνεται αισθητή από την αναπνοή).  
εννοώντας ότι η ψυχή μου βρίσκεται καθισμένη μέσα στο σώμα μου, εκεί ανάμεσα στην καρδιά και το στομάχι, ξαπλώνει στο διάφραγμα, και είναι υπεύθυνη για τη φωνή μου όταν είναι δυνατή και για τα όνειρά μου όταν είναι πολύχρωμα. 
Είναι αυτό το σημείο που πονάει και πάλλεται όταν φεύγεις, όταν σβήνουν τα φώτα, όταν τελειώνει το βιβλίο, όταν δε μπορώ να τραγουδήσω.
Την ψυχή  (soul O.E. sawol "spiritual and emotional part of a person, animate existence") πάντα τη φανταζόμουν σαν πυκνό ιστό αράχνης, σαν καπνό που μπορείς να τον πιάσεις, να ζει μέσα σου ενώνοντας τα όργανα με τις πολλές τις άκρες. 

Κάπως έτσι έφτασα ως εδώ.
Η ψυχή μου δεν αντέχει τις φετινές γιορτές, τουλάχιστον όχι ακόμα.
Άρχισα να φτύνω κομματάκια που μοιάζουν με μαλλί της γριάς
και αναρωτιέμαι γιατί έχω τόσες μέρες να τραγουδήσω.
Τα πρωινά σηκώνομαι και διπλώνομαι στα δύο
και συνεχίζει να έχει ήλιο
αλλά τα δάχτυλά μου παγώνουν.
Τον καφέ μου τον πίνω σκέτο
αλλά αυτή η συνεχής γεύση από μαλλί της γριάς
του δίνει μια αηδιαστική γλύκα.
Θα μπορούσα να μείνω όλη μέρα σπίτι,
αλλά τότε,
τι θα κάνω τις νύχτες?
Πού θα πάω?
Βλέπω αυτά τα όνειρα της φλούδας πραγματικότητας
και καμιά φορά εύχομαι να μην ξυπνήσω
τουλάχιστον πέντε λεπτά ακόμα,
λίγο ακόμα, 
λίγο ακόμα,
έχω λίγο χρόνο ακόμα
.
.
.
έχω λίγο χρόνο ακόμα?



--





Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

how soon is now?

προσπαθώ να σου γράψω για το πόσο μου αρέσει να κοιτάζω τη θέα από ψηλά

ειδικά στο αστικό τοπίο
από το πιο ψηλό κτίριο,
από το πιο απόμακρο πεζούλι,
από το πιο θολό τζάμι λεωφορείου στην ανηφόρα, 
από την άκρη της πόλης τη νύχτα χωρίς άλλους τριγύρω,
και να σου εξηγώ κι ας μη θες να ακούσεις το γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η θέα,
όταν είσαι τόσο κοντά, και αυτά που βλέπω και βλέπεις τόσο μακριά
είναι τόσο όμορφο παιχνίδι η απόσταση
και το στιγμιαίο αλληθώρισμα έχει πλάκα.

Το ίδιο και με τα μνημεία κάθε είδους, αυτά που σου προκαλούν δέος, αυτά που φαίνονται ακόμα και όταν το αεροπλάνο σου είναι χιλιάδες πόδια ψηλά, αυτά που ξεχωρίζουν σαν το πρόωρα ανεπτυγμένο παιδί σε μια τάξη δημοτικού αλλά λιγότερο ντροπαλά

αυτά με συναρπάζουν

όχι μόνο γιατί μπορώ να φέρνω την πόλη κοντά η μακριά μου με μοναδικό μου σημάδι αυτά,
αλλά γιατί μπορώ να σου τα δείχνω από όπου κι αν βρισκόμαστε

κι αν νιώθω μικροσκοπική όταν φτάσω δίπλα τους
θα σου ζητήσω να ανεβώ στους ώμους σου για να ψηλώσω λίγο


και αν με ανεβάσεις, είμαι σίγουρη ότι θα το ξεπεράσουμε σε ύψος

αν κουραστείς, θα σε πάρω εγώ
μη λες βλακείες, σιγά το βάρος, δικαιούσαι κι εσύ όσο κι εγώ να δεις τη θέα 

θα πάρουμε μαζί μια φωτογραφική μηχανή και θα τραβήξουμε μια φωτογραφία της θέας.
μία εσύ από τους ώμους μου το πρωί,
μία εγώ από τους ώμους σου το βράδυ.

και μετά, θα ανεβούμε στο ψηλότερο σημείο της πόλης 
και θα τις ελευθερώσουμε

εσύ τη δική μου
και εγώ τη δική σου.

κι αν το θέλεις,
θα παίζουμε έτσι κάθε φορά. κάθε φορά και με διαφορετική θέα. 

--