Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

naughty and nice

- γεια σου, τρελή
- γεια σου, αδέσποτε

και κάπως έτσι άρχισε να χαμογελάει ο χειμώνας.

με τα σκιάχτρα της γιορτής να ανάβουν κάθε βράδυ
και να μοιάζουν το πρωί αδικημένα
και αργοπορημένα

είναι σχεδόν εθιστικό να σε ψάχνω μέσα στην πόλη
κατά βάθος ξέροντας ότι δε θα σε βρω

κατά βάθος ξέροντας ότι με ψήνει η επί ματαίω αναζήτηση
ίσα ίσα να έχω κάτι να ψάχνω,
να μου δημιουργώ τα Χ στο χάρτη
(πάλι καλά που ο χάρτης ξεκινάει με Χ)

είναι σχεδόν αστείο πόσο πολίτικαλι κορέκτ είμαι στη δουλειά 
όσο το μυαλό μου ψάχνει μέσα στην πόλη πρόσωπα και αιτίες

είναι πλέον γραφικό το πόσο περισσότερο καλικάντζαρος νιώθω 
κάτω από το καπέλο  -καικαλά- καλικάντζαρου από τα τζάμπο
η αληθινή προέκτασή μου

-γεια σου, τρελή
-γεια σου, αδέσποτε

και κάπως έτσι ξεκίνησαν οι καλικάντζαροι την αντίστροφη μέτρηση για την ενηλικίωση του χρόνου.

χωρίς γλυκά φέτος, μόνο λίγα και κερασμένα.

με χρονοδιακόπτη στα φωτάκια.

με μπλε φωτάκια στο μπαλκόνι.

έτσι,

μεταμοντέρνα φέτος.





Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

26

σαν να πέρασε το νοητό φράχτη
ή μέσα στη συνεχή νύστα , μετρώντας προβατάκια , πήδηξε κι αυτή το φράχτη

και τώρα πια βγάζει τα παπούτσια αφού λύσει τα κορδόνια

εκτιμά περισσότερο ένα ζεστό τσάι παρά μια κερασμένη μπύρα

την ενοχλεί που στο σούπερ μάρκετ δεν έχει προσφορά στο ψωμί του τοστ

κουβαλά μόνο τσάντες πλάτης

για να σε φιλήσει θα είναι ενθουσιασμένα μέχρι και τα δάχτυλα των ποδιών της

θα της είναι απαραίτητα τα τσιπς και τα υπόλοιπα ξηροκάρπια με τη μπύρα

θα κάνει συνεργάτες - κι ας μην ξέρει ακριβώς τι σημαίνει αυτό

θα σε κερνάει - θα σε κερνάει είπα, βάλτα μέσα

μερικοί θα της μιλάνε - θεός φυλάξοι - στον πληθυντικό

θα ξέρει γιατί - και πώς - περισσότερο από κάθε άλλη φορά

θα στραβοπατάει και θα ξέρει ποιο κόκαλο πονάει

θα τραγουδάει και θα κλαίει με την ίδια ένταση - ποτέ πια κρυφά.

μαμά, είμαι το ίδιο ρεμάλι , μην ανησυχείς. 

απλώς μεγαλώνω.



Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

cherchez la femme

ξανάρχισα να ταυτίζομαι με τα κείμενα αλλωνών
τα long poetry της πόλης

στους ίδιους δρόμους που κινούμαστε όλοι
στους ίδιους δρόμους που προσπαθούμε να ξεκαυλώσουμε πηγαίνοντας στη δουλειά

παρατάω τις δουλειές που δεν έχουν νόημα
όπως το να πείσω το γάτο μου ότι το στρώμα μου δεν είναι νυχοκόπτης
ή το ότι δε ζαλίζομαι κάθε πρωί από την έλλειψη σιδήρου 

ή το ότι θα σταματήσω να κοιμάμαι ανάποδα στο κρεβάτι με το μαξιλάρι στα πόδια

ή το ότι θα σταματήσω να τραγουδάω ντίσνευ μέχρι να βραχνιάσω

και συνεχίζω να πιστεύω σε μια συννεφιά που δε θα'ρθει

και συνεχίζω να σκέφτομαι με ρήματα κίνησης, όχι στατικά

παρόλο που τα πόδια μου δεν αντέχουν άλλο.

Ίσως ένα πρωί να ξυπνήσω λούτρινη
και σταματήσω να κινούμαι

τότε όμως θα δακρύζω συνεχώς
γιατί θα πονάνε τα μάτια μου κοιτώντας το ίδιο σημείο
 θα σε χρειάζομαι εκεί να με κινείς
και να μου αλλάζεις μπαταρίες,
αν φυσικά είμαι τυχερή και είμαι από εκείνα τα λούτρινα που μιλάνε
θα έχω μια φράση που θα απαντάει σε όλα

θα χωράω στην τσάντα σου
και κάθε φορά που θα την ανοιγεις θα χαίρεσαι που θα με βλέπεις
θα σου πιάνω χώρο και θα αναρωτιέσαι γιατί με πήρες μαζί

δε θα με χρειάζεσαι
αλλά θα χαίρεσαι να με αγγίζεις.






Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

κάποιο βράδυ σαν όλα τα άλλα

 - διακεκομμένες και πρησμένες οι σκέψεις -
- από μέσα κουρασμένη, απέξω ανυπόμονη και σε υπερένταση-

ανοίγω το στόμα να μιλήσω και βγαίνει καπνός
ανοίγω τα μάτια να δω και βγαίνει καπνός

σκέφτομαι ελάχιστα
γιατί ο χρόνος δεν περισσεύει να σκεφτείς
γράφω ελάχιστα
γιατί τα δάχτυλά μου πονάνε

αναρωτιέμαι πόσο δύσκολες μπορεί να είναι οι μέρες όταν κυκλοφορείς με πονεμένα δάχτυλα και μάτια που βγάζουν καπνό
καθετί που αγγίζεις πονάει
καθετί που κοιτάζεις θολώνει

και, γαμώτο

κάνει ακόμα τόσο ωραίες μέρες

αρχίζει να χαμογελάει τόσο ύπουλα ο χειμώνας

που λιγώνω κάθε πρωί από το κρύο στη σκιά
και ιδρώνω μέσα στο δερμάτινο στον ήλιο

στο αέναα κυκλοθυμικό φθινόπωρο
-τηναγαπημενημουεποχη-

στην αέναη επανάληψη της κασέτας της εργάσιμης εβδομάδας
από τον ιδιοκτήτη του κρεπάδικου που σφουγγαρίζει κανονικά με τη σφουγγαρίστρα τον πεζόδρομο της ναυαρίνου στις εννιάμιση το πρωί
μέχρι το βιαστικό χαιρετισμό με το χέρι στη διπλανή κουτσομπόλα
μέχρι τη μέτρια κούραση μετά από μια χλιαρή μέρα
μέχρι την έντονη δυσαρέσκειαπου η μέρα ήταν χλιαρή
μέχρι την αγανάκτηση που, θεοί, δεν κουράστηκα και τόσο
μέχρι να φτάσω σπίτι έχει σχεδόν νυχτώσει και επαναπρογραμματίζομαι σε καθεστώς νύστας και άρα μη παραγωγικότητας

και τότε

ναι, τότε

εκείνες τις ξεκαύλωτες και ψιλομέτριες βραδιές

τις χωρίς ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση και προσωπικότητα
χωρίς κουράγιο για προσπάθεια

ψάχνω να βρω τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ συνειδητής και αναγκαίας κωλυσιεργίας
και συγχαίρω σιωπηλά το εγώ μου για τις εξεζητημένες πολυσύλλαβες λέξεις.

αυτό όταν δε με παίρνει ο ύπνος μπροστά από κάποιο ατακαδόρικο σήριαλ προ 15ετίας.






Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

το καλύτερο για το τέλος

true story
πριν μερικά χρόνια πήγα ένα ταξίδι το τελευταίο τετραήμερο του καλοκαιριού
ήταν να επιστρέψω τις πρώτες μέρες του σεπτέμβρη
στην προετοιμασία μου να φύγω, λοιπόν, συνειδητοποιώ ότι το φθινόπωρο θα με βρει στη χώρα του εξωτερικού που ετοιμαζόμουν να επισκεφτώ

με χτύπησε περίεργα αυτή η σκέψη

η σκέψη ότι την τελευταία μέρα του καλοκαιριού
δε θα ήμουν εδώ
δε θα ήμουν εδώ με την έννοια ότι η αλλαγή θα με έβρισκε κάπου αλλού

η αλλαγή
η μετάβαση από τη μια εποχή στην άλλη
μαλακίες
ένα ακόμα ξημέρωμα δηλαδή.

και με προβλημάτισε τόσο πολύ τότε αυτή η εγωιστική και κατασκευασμένη σκέψη
που την έγραψα
και άρχισα να ακούω νοσταλγικά το the last day of summer των Cure


Στα χρόνια που ακολούθησαν βίωσα μεγάλες ανασφάλειες, κολλήματα και παράνοιες με την έννοια του χρόνου και το πώς αυτός μας επηρεάζει και πώς με επηρέαζε αισθητά και ασυναίσθητα, και μέσα από το κόλλημα αυτό βγ

Ας μη μακρηγορώ.

Το νόημα είναι ότι βρήκα νόημα στο χρόνο όταν έπαψα να τον ακολουθώ σαν γνώμονα.

Δεν στο κρύβω ότι η αλλαγή των εποχών μου φαίνεται ένα προαποφασισμένο σχέδιο, με φέρνουν προ τετελεσμένου γεγονότος και σπάζομαι γιατί δεν περνάει από το χέρι μου η αλλαγή αυτή,

αλλά κάποια στιγμή

το συνηθίζεις.

αρκεί να μη μπεις στη λούπα.

αρκεί να μη μπεις στη λούπα.

στη λούπα αρκεί να μη μπεις

μην επαναλαμβάνεσαι όπως οι εποχές.

αυτές είναι εδώ για να μας θυμίζουν με επικεφαλίδες ότι η γη γυρίζει.



Η τελευταία μέρα του καλοκαιριού
και τα λοιπά νοσταλγικά ορόσημα 
είναι ένα χαμόγελο από μακριά
και μια ρεαλιστική υπόσχεση


εξάλλου αύριο είναι η πρώτη μέρα του φθινοπώρου
έχεις τρεις μήνες καιρό να τη γαμήσεις πατώκορφα

μέχρι να πεις

τέλος εποχής.

(ε πια τόση αισιοδοξία, δεν άντεξα.)\




Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

καυτερός βοτσαλιώτικος

γύρισα
χορεύοντας ανάμεσα στις πέτρες
περπατώντας
σαν κοινό αστείο
μέσα στον ήλιο και τα αγκαθωτά χόρτα

γύρισα
360 μοίρες γύρω από το φεγγάρι
περιμετρικά
και κατεβαίνοντας πάτησα σε μια ουρά από πεφταστέρι

''σ'έχω'' μου είπε η άμμος 
και προσγειώθηκα
ίσια κάτω απ'το φεγγάρι

απλωνόταν ο αέρας σε όλο το χώρο
μου έπαιρνε τα σκεπάσματα 
δε με άφηνε να κοιμηθώ
αυτός 
και το εγωιστικό τζιτζίκι
που έδινε εξετάσεις στη μονωδία
και εξασκούνταν ξημερώματα

κι έτσι άρχισα κι εγώ
να εξασκούμαι στο χορό

τον αβίαστο
τον ομοιοκατάληκτο
τον πετρωτό
αυτόν που σε βγάζει απ'το νερό και από τα ρούχα σου

τον καυτερό βοτσαλιώτικο
που σε κάνει να αναστενάζεις

τον χοροπηδηχτό μεγαλοπετρίτη
που σε κάνει πάλι παιδί

τον ανεβοκατεβαστό σκαλοπατητό
που σε κάνει να αμφισβητείς την ισορροπία σου

κάπως έτσι γύρισα

στο μεταίχμιο

μεταξύ χορού και περπατήματος

-οι υπόλοιπες λέξεις ήταν μέσα στη βαλίτσα, μαζί με δυο κοχύλια.-



μια μέρα θα φύγω
και δε θα ξαναγυρίσω
θα περπατάω
ώσπου να φτάσω
πού θα φτάσω?
θα μάθω στο δρόμο.
στις διαδρομές
στις διαδρομές
στις διαδρομές.


--



Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ο άνθρωπος που δε μιλούσε

αντιστέκομαι
στην παρόρμηση να ορμήξω πάνω σου
αντιστέκομαι
στην έλξη
ακολουθώ με τα μάτια μου
το λεκτικό παραπέτασμα 
που μας χωρίζει

αναρωτιέμαι
ποια είναι η απόσταση μεταξύ δύο ανθρώπων
όχι σε μέτρα η εκατοστά,
αλλά σε λέξεις που δεν ειπώθηκαν,
γιατί κάποιος θεώρησε κάποτε ότι δεν είναι η ώρα να ειπωθούν,
σε κινήσεις και βλέμματα που δεν ανταλλάχθηκαν,
γιατί κάποιος θεώρησε κάποτε ότι δεν είναι της ώρας
ότι έχουμε καιρό για τέτοια

χτίσαμε το διάφανο τοίχο από λέξεις
έναν μπροστά μου
και έναν μπροστά σου
και τον γεμίζουμε δαχτυλιές
προσπαθώντας να πιάσουμε αυτό που είναι απέναντί μας
χωρίς να βλέπουμε αυτό που χτίσαμε μπροστά μας

ποιητική α-η-δία με πιάνει
θέλω να σου φωνάξω στο αυτί,
να σου πετάξω την ουδέτερη έκφραση
και μαζί μ'αυτήν
να σου πετάξω και ό,τι δε χρειάζεσαι από λέξεις.



Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

κακοφωνίξ

θα ξέρεις ως τώρα το δέος που μου προκαλεί ο ουρανός
και τα χρώματά του στις διάφορες φάσεις της μέρας και της νύχτας, ιδιαίτερα τα ασυνήθιστα 
-ροζνυχτερινόσύννεφο-
-ξαστεριάστημέσητηςπόλης-
-ηλιοβασίλεμααπότονέβδομο-

θα ξέρεις επίσης και ότι με τρομάζουν οι αστραπές και όλα αυτά που κάνουν τον ουρανό να βγαίνει από την πεπατημένη του, αυτή που μας κάνει έστω και στο ελάχιστο ρομαντικούς

ξέρεις

οι αστραπές που κάνουν τη νύχτα μέρα
τα πεφταστέρια σαν προβολείς
το χαλάζι

είναι το βήμα μακριά από το ότι όλα θα πάνε καλά

μην ανησυχείς, δε φοβάμαι ότι θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου
με διώξαν από το γαλατικό χωριό

τις προάλλες λοιπόν είδα σε όνειρο ότι, ξημερώνοντας, ο ουρανός για λίγο σκοτείνιασε τελείως

όλα
πίσσα
για δυο τρεις στιγμές

και ακουγόταν παντού ένας περίεργος βόμβος
δεν ήξερες τι παίζει να συμβεί, γιατί δεν έβλεπες τίποτα
δεν ήταν σεισμός
ούτε πόλεμος, όχι
απλά
από τη μια στιγμή στην άλλη, όλα σκοτείνιασαν

πίστεψέ με, μέσα στον ύπνο μου σκέφτηκα -αποκάλυψη-

και όλα αυτά τα βλέπαμε μέσα από μια τεράστια τζαμαρία
τίποτα κρυφό δηλαδή

ο φόβος σου φόρα παρτίδα
πιάτο
διπλή μερίδα

δεν είχα και το μπράντυ κοντά μου να πιω δυο κοφτές γουλιές να ηρεμήσω

είχα μόνο ένα χαλασμένο πικάπ και ένα εισιτήριο τρένου χωρίς επιστροφή

αψυχολόγητα καθώς είναι τα όνειρα,
μόλις -για κανένα λόγο φυσικά- όλα αποκαταστάθηκαν στην κανονική διαδικασία ξημερώματος

χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει στον κόσμο
σαν να μην είχε ξυπνήσει κανείς για να δει το στιγμιαίο αυτό σκοτάδι

αψυχολόγητα λοιπόν, ο υποσυνείδητος εαυτός μου αποφάσισε να κάνει κάτι ίσα ίσα για να ξεπεράσει το (μάλλον) σοκ.

τι έκανε λοιπόν?

σηκώθηκε και πήγε να πλύνει τα πιάτα.
-- -- -- 

μάλλον ξύπνησα από το ξενέρωμα, 

είχε ήδη πάει αργά και ο ήλιος ήταν ακίνδυνα ψηλά,

οπότε σήκωσα τα παντζούρια,

παραμέρισα το χαλασμένο πικάπ και το μισοτελειωμένο μπράντυ, 
σου έκανα μια κλήση να σου πω τι είδα χθες βράδυ
-δεν απάντησες-

φόρεσα μια νοσταλγική διάθεση
μου ήταν λίγο μεγάλη πλέον,κοιτάχτηκα να δω αν μάζεψα
μόνο τρίχες γάτας είχα μαζέψει
τις τίναξα
και φόρεσα από πάνω μια ηλιόλουστη κατάθλιψη.

έτοιμη.




Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

για το θεό δηλαδή

συ είπας κύριε
και φυλακή τω στόματί μας

και θου κύριε
μη μας γαργαληθεί τίποτε άλλο

γιατί τότε
η ζωή μας θα είναι βαρετή εν τάφω

δε θα'χει και καμπανάκι από πάνω
να ξέρουμε αν είμαστε λυπημένοι ή χαρούμενοι

πω, στο διάολο
αμάρτησα πάλι η ακοινώνητη


[Μαρκήσιος Ντε Σαντ - Η φιλοσοφία του Μπουντουάρ]




Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

η πόλη του φωτός

ή αλλιώς, the athens blues.

με καθε εκδρομή δώρο κι ένας φακός
με κάθε επίσκεψη δώρο κιένα γλωσσοπίεστρο να δούμε αν η αλήθεια σου φτάνει ως μέσα βαθιά
αν ο οισοφάγος σου λέει ψέματα
αν κατάπιες κανένα μπαστούνι και καμιά κρεμάστρα και καλογερεύτηκες μικρός μικρός.

χτύπησε κάρτα άλλη μία φορά
και η πόρτα άνοιξε ως διά μαγείας
τα βήματά της τα ρούφηξε το χαλί - πνιχτά, μην ξυπνήσει κανενός την προσωπικότητα
και μπήκε στο δωμάτιο χωρίς ταυτότητα, πάτησε το κουμπί και ανάψανε μονομιάς τα φώτα
μα τι ευκολία, μα τι σύγχρονη κοινωνία, μα τι δυνατά που μιλάω

πήρε το ασανσέρ, που της κρατούσε συντροφιά τραγουδώντας
βγήκε έξω τρέχοντας 
κι άρχισε να ψάχνει ζωή
αχ, προσωρινοί σταθμοί τα ξενοδοχεία
όμορφη μα απρόσωπη η θέα τους

(μη σε ξεγελάει ο ειρωνικός μου τόνος, δεν είμαι από δω.)

σε επισκέφτηκα κι άλλες φορές, μικρή μου πόλη
και στην αρχή σου έπαιζα τη δύσκολη
ήθελα επίτηδες να σου βρω ελαττώματα για να μη χρειαστεί να έχω πολλά πολλά μαζί σου
αλλά όλο ξαναγυρνούσα
και όλο τα βήματά μου και ελάφραιναν στα τοξικά σου πεζοδρόμια
μου χαμογέλασες, πανάθεμά σε

δεν ξεπέρασα ακόμα το βόρειό μου πείσμα,
μου πήρες, βλέπεις, κόσμο και κόσμο,
και έρχομαι όλο και πιο συχνά για το λόγο αυτό,
μα όχι μόνο πλέον,
τώρα με τραβάς με περίεργο τρόπο,
σαν να έχουμε προηγούμενα που να μην τα θυμάμαι - σαν να έχουμε επόμενα, απαραίτητο να τα ζήσω.

Από την άλλη, ίσως και να φταίει η άνοιξη, έφτασε μαζί μου,  μόνο που αυτή θα μείνει, εγώ ξανάφυγα.

Ίσως αυτή να φταίει που αυτή τη φορά έχανα τον προσανατολισμό μου τελείως, είναι γελοίο να σου πω πόσες φορές χάθηκα, σε γειτονιές που δεν είμαι αρχάρια (ή έτσι νόμιζα).

Ήρθε η άνοιξη στην πόλη σου και δεν είσαι εκεί, διάολε, οι πασχαλιές σου άνθισαν, ακούς?

Ήρθε η άνοιξη σε αυτή την πόλη και βγήκαν οι άνθρωποι έξω σαν τα σαλιγκάρια,μα πόσοι πολλοί, μα τους ξέρω κι εγώ, για δες, κι εσύ εδώ?

Τι να σου πω άλλο, μικρή μου πόλη..
Δεν τελειώσαμε ακόμα.



Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

glitter


νομίζω ότι ξεφτίζω
ναι, σιγά σιγά αρχίζω να ξηλώνομαι
αφήνω κλωστές μου εδώ κι εκεί
τις ξεχνάω σε καθίσματα, σε ξένα παπούτσια, σε ποτήρια καφέ μιας χρήσης
σε αγκαλιές που δεν ξέρω πώς βρέθηκα
σε πατώματα που δε μπορούν να με σηκώσουν και τρίζουν και ραγίζουν

νομίζω ότι ραγίζω
γέρνει η μια μου πλευρά και κολλάω με χανζαπλάστ το κρανίο μου στη μέση για να κρατήσω τις σκέψεις μου στη θέση τους και να τις παρηγορήσω λίγο

νομίζω ότι θολώνω
ή το βαρομετρικό γύρω μου είναι χαμηλό και έπεσε ομίχλη 

πρώτη φορά χωράω μέσα σε τόσο μεγάλο χέρι
με έπιασε και με στράγγιξε κανονικά
και τώρα με άφησε σαν κακοπλυμένο πιάτο


και χαρτογραφώ τη μέρα με σκόρπιες λέξεις
κλαίω
καφές
πρέπει
σήκω
καθάρισμα
λες?
οδοντόβουρτσα
σκόνη
ήλιος
εκκρεμότητα
πέντε
τσούξιμο
πόρτα
πλυντήριο
χέρι
χ
ερ
ι

και ένα μυαλό που επουλώνεται 
και επαναπρογραμματίζεται
συνηθίζει στο φως
φυσικό ή τεχνητό
και του αρέσουν πολύ οι σκόρπιες λέξεις.
του αρέσουν οι συνδυασμοί που προκαλούν αμηχανία
του αρέσει να σε σκέφτεται ακριβώς όταν δεν πρέπει

τη βρίσκει με το χάος
τη χάνει με την τάξη
την ξαναβρίσκει με την αταξία
και γλιτώνει στο τσακ την τιμωρία.

και όταν χάνεται γελάει διστακτικά
γιατί δεν έχει βγάλει τις αμυγδαλές ακόμα.



--






Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ερασιτέχνης

είμαι όταν τα μάτια μου διαπερνάν εσένα και συναντιούνται πίσω σου, στο κενό.

τρέχω πίσω σου να πάρω πίσω τα μάτια μου 
κι εσύ τρέχεις κι ανεβαίνεις ψηλά σε μια καρέκλα
και τα μάτια μου πέφτουν, κάνουν γκελ στο πάτωμα και καρφώνονται στον καθρέφτη

τα σηκώνω και με βλέπω
είμαι, για δες, υπό κατασκευή
και έχω πάνω μου πινακίδες :                                                                        'εκτελούνται έργα'

 'μην αγγίζετε' ΄
εύθραυστο'


δεν μπορώ να συνεχίσω
ό,τι και να πω μου φαίνεται ερασιτεχνικό

δε μπορώ να περπατήσω
δε μου αρέσουν τα πόδια μου πια

όχι
μην πλησιάζεις
θα σε κολλήσω
μην αγγίζεις

το μυαλό μου σε φοβάται 
το σώμα μου ζεσταίνεται όταν πλησιάζεις

σήκωσα το φρούριο και περιμένω τον πόλεμο που δε θα γίνει ποτέ
τα στρατεύματα κάνανε ανακωχή και με ξέχασαν πάνοπλη στις επάλξεις

ξέχασαν να μου πουν ότι δώσανε τα χέρια
πήραν ο ένας τα χέρια του αλλουνού
και ξέχασαν τον πόλεμο
άρχισαν να ασχολούνται με το πώς να πιάνουν και να φέρονται με ξένα χέρια

και έμεινα εκεί, στις επάλξεις
με τα μάτια μου καρφωμένα στον καθρέφτη
και τα χέρια μου κολλημένα στη θέση τους.
 
με δυο πόδια που ευτυχώς που δε μπορώ να τα δω
και μια γκριμάτσα επαγγελματισμού.

έμεινα εκεί, στις επάλξεις
να φυλάω σκοπιά σε ένα στρατόπεδο γεμάτο καθρέφτες
για να μας βλέπουμε, να μην ξεχαστούμε,

για να μη μας ξεχάσουμε,
για να είμαστε πάντα εκεί,
από μέσα,
και οι άλλοι απ'έξω,
εμείς,
κι αυτοί.
εμείς μέσα
κι αυτοί έξω.

αυτοί με τα χέρια μας

κι εμείς με τα δικά τους.

αυτοί χωρίς καθρέφτες-κι ας τυφλωθούν. 
τέτοια παθαίνουν οι ερασιτέχνες.

--