Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ο άνθρωπος που δε μιλούσε

αντιστέκομαι
στην παρόρμηση να ορμήξω πάνω σου
αντιστέκομαι
στην έλξη
ακολουθώ με τα μάτια μου
το λεκτικό παραπέτασμα 
που μας χωρίζει

αναρωτιέμαι
ποια είναι η απόσταση μεταξύ δύο ανθρώπων
όχι σε μέτρα η εκατοστά,
αλλά σε λέξεις που δεν ειπώθηκαν,
γιατί κάποιος θεώρησε κάποτε ότι δεν είναι η ώρα να ειπωθούν,
σε κινήσεις και βλέμματα που δεν ανταλλάχθηκαν,
γιατί κάποιος θεώρησε κάποτε ότι δεν είναι της ώρας
ότι έχουμε καιρό για τέτοια

χτίσαμε το διάφανο τοίχο από λέξεις
έναν μπροστά μου
και έναν μπροστά σου
και τον γεμίζουμε δαχτυλιές
προσπαθώντας να πιάσουμε αυτό που είναι απέναντί μας
χωρίς να βλέπουμε αυτό που χτίσαμε μπροστά μας

ποιητική α-η-δία με πιάνει
θέλω να σου φωνάξω στο αυτί,
να σου πετάξω την ουδέτερη έκφραση
και μαζί μ'αυτήν
να σου πετάξω και ό,τι δε χρειάζεσαι από λέξεις.



Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

κακοφωνίξ

θα ξέρεις ως τώρα το δέος που μου προκαλεί ο ουρανός
και τα χρώματά του στις διάφορες φάσεις της μέρας και της νύχτας, ιδιαίτερα τα ασυνήθιστα 
-ροζνυχτερινόσύννεφο-
-ξαστεριάστημέσητηςπόλης-
-ηλιοβασίλεμααπότονέβδομο-

θα ξέρεις επίσης και ότι με τρομάζουν οι αστραπές και όλα αυτά που κάνουν τον ουρανό να βγαίνει από την πεπατημένη του, αυτή που μας κάνει έστω και στο ελάχιστο ρομαντικούς

ξέρεις

οι αστραπές που κάνουν τη νύχτα μέρα
τα πεφταστέρια σαν προβολείς
το χαλάζι

είναι το βήμα μακριά από το ότι όλα θα πάνε καλά

μην ανησυχείς, δε φοβάμαι ότι θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου
με διώξαν από το γαλατικό χωριό

τις προάλλες λοιπόν είδα σε όνειρο ότι, ξημερώνοντας, ο ουρανός για λίγο σκοτείνιασε τελείως

όλα
πίσσα
για δυο τρεις στιγμές

και ακουγόταν παντού ένας περίεργος βόμβος
δεν ήξερες τι παίζει να συμβεί, γιατί δεν έβλεπες τίποτα
δεν ήταν σεισμός
ούτε πόλεμος, όχι
απλά
από τη μια στιγμή στην άλλη, όλα σκοτείνιασαν

πίστεψέ με, μέσα στον ύπνο μου σκέφτηκα -αποκάλυψη-

και όλα αυτά τα βλέπαμε μέσα από μια τεράστια τζαμαρία
τίποτα κρυφό δηλαδή

ο φόβος σου φόρα παρτίδα
πιάτο
διπλή μερίδα

δεν είχα και το μπράντυ κοντά μου να πιω δυο κοφτές γουλιές να ηρεμήσω

είχα μόνο ένα χαλασμένο πικάπ και ένα εισιτήριο τρένου χωρίς επιστροφή

αψυχολόγητα καθώς είναι τα όνειρα,
μόλις -για κανένα λόγο φυσικά- όλα αποκαταστάθηκαν στην κανονική διαδικασία ξημερώματος

χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει στον κόσμο
σαν να μην είχε ξυπνήσει κανείς για να δει το στιγμιαίο αυτό σκοτάδι

αψυχολόγητα λοιπόν, ο υποσυνείδητος εαυτός μου αποφάσισε να κάνει κάτι ίσα ίσα για να ξεπεράσει το (μάλλον) σοκ.

τι έκανε λοιπόν?

σηκώθηκε και πήγε να πλύνει τα πιάτα.
-- -- -- 

μάλλον ξύπνησα από το ξενέρωμα, 

είχε ήδη πάει αργά και ο ήλιος ήταν ακίνδυνα ψηλά,

οπότε σήκωσα τα παντζούρια,

παραμέρισα το χαλασμένο πικάπ και το μισοτελειωμένο μπράντυ, 
σου έκανα μια κλήση να σου πω τι είδα χθες βράδυ
-δεν απάντησες-

φόρεσα μια νοσταλγική διάθεση
μου ήταν λίγο μεγάλη πλέον,κοιτάχτηκα να δω αν μάζεψα
μόνο τρίχες γάτας είχα μαζέψει
τις τίναξα
και φόρεσα από πάνω μια ηλιόλουστη κατάθλιψη.

έτοιμη.